ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ Βιομηχανική επανάσταση – φορντισμός – υπερτεχνολογικοποιημένος καπιταλισμός

ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ
Βιομηχανική επανάσταση – φορντισμός –
υπερτεχνολογικοποιημένος καπιταλισμός

 αναδημοσίευση από http://www.sarajevomag.gr

Aerial View of Working Class Slum, Tooting, 1935

Η εποχή του ατμού και του ατσαλιού

Υπάρχουν τρεις λόγοι που εξηγούν την εμμονή, στα όρια της αρρωστημένης λατρείας, των αφεντικών για το παρόν. Ο πρώτος είναι ότι κάθε στιγμή -ως τώρα- του παρόντος είναι μια θριαμβευτική επιβεβαίωση της κυριαρχίας τους. Για τα αφεντικά, το παρόν είναι μια κραυγαλέα δήλωση ότι “ακόμη και τώρα, ακόμη ως τώρα…” είναι οι νικητές. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι αυτό το υπερμέγεθες και διαρκώς επαναλαμβανόμενο παρόν λειτουργεί σαν μια προβολή στο μέλλον, εξορκίζοντας το ενδεχόμενο μιας ριζικής ιστορικής ανατροπής. Είναι η απειλητική προειδοποίηση προς τους αντιπάλους τους και η καθησυχαστική πρόβλεψη για τους ίδιους πως “αφού μέχρι τώρα τίποτα δεν άλλαξε, τότε τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει”. Ο τρίτος λόγος είναι η επέκταση του παρόντος στο παρελθόν, ώστε να συγκαλυφθούν οι καταβολές του και να παρουσιαστεί η ιστορία σαν μια αμείλικτη και αναπόφευκτη προέλαση του καπιταλισμού κι όχι σαν αυτό που πραγματικά είναι. Δηλαδή, μια ατέλειωτη και ακανόνιστη σειρά μαχών ενάντια στους αφέντες του κόσμου. Αν ήταν στο χέρι των αφεντικών θα είχαν ξεθεμελιώσει οριστικά την ιστορία αντικαθιστώντας την με την εικόνα ενός κόσμου έτσι – όπως – προστάζει – η – λογική – τους. Η πραγματοποίηση της θέλησής τους θα ήταν ένα απέραντο κοινωνικό εργοστάσιο που θα ξερνούσε στο παρελθόν επενδύσεις, συσσωρεύσεις, εμπορικές δοσοληψίες, χρεοκοπίες, μετοχές και ηρωικές πράξεις τοκογλύφων. Πίσω όμως από αυτή την ιστορική εικόνα όπου βασιλεύουν οι καλοκουρδισμένες τελετουργίες της καπιταλιστικής οικονομίας, κρύβονται εποχές που τα αφεντικά χρειάστηκε να φτύσουν το αίμα τους (και να χύσουν των υπόλοιπων) προκειμένου να επιβάλλουν τις προσταγές της κεφαλαιακής σχέσης.

*

Η επίσημη ιστοριογραφία, όταν αναφέρεται στην πρώιμη ιστορία του καπιταλισμού, το κάνει με τέτοιο τρόπο ώστε να αναδείξει την επέκταση και ισχυροποίηση της αστικής τάξης σε βάρος των προπατόρων της, των προηγούμενων κυρίαρχων. Οι αστοί επελαύνουν και στο διάβα τους ο γερασμένος κόσμος των ευγενών, των φεουδαρχών και των οίκων τους παραμερίζει, αφήνοντας χώρο στους νέους οίκους των τραπεζών και των εμπόρων. Αλήθεια, αλλά επικίνδυνα λειψή αλήθεια. Λειψή και περιορισμένη αποκλειστικά σε όσα θα ήθελαν τα αφεντικά να είναι τα μοναδικά που διαδραματίστηκαν. Και γιαυτό μια αλήθεια άχρηστη. Τα αφεντικά από την πρώτη στιγμή που άσκησαν την εξουσία τους, χρειάστηκε να αναμετρηθούν με το μόλις γεννημένο (και πεταμένο πάνω στο πάγκο της εκμετάλλευσης) προλεταριάτο. Και εκεί είναι που άρχισε να χτυπά η καρδιά του σημερινού κόσμου: στην ταξική σύγκρουση ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο πόλους του κοινωνικού σχηματισμού.
Η πρωταρχική συνθήκη που επέτρεψε στα αφεντικά να επιβάλλουν τις προσταγές τους στους απόκληρους εκείνης της εποχής ήταν η αφαίρεση από τους δεύτερους κάθε δυνατότητας επιβίωσής τους έξω από την μισθωτή εργασία, κατ’ αρχήν με την αφαίρεση, την κλοπή, των μέσων παραγωγής από τα χέρια τους. Μια «αφαίρεση» που συντελέστηκε όχι σαν φυσική εξέλιξη, στο όνομα ενός “αναπόφευκτου ιστορικού προτσές”, αλλά ως μια αιματηρή εποποιία βίας. Ο πόλεμος, το δουλεμπόριο, οι κατακτήσεις αποικιών, οι νόμοι για τους φτωχούς, οι περιφράξεις, η προσφυγιά, ως και οι επιδημίες και οι καταστροφές, ήταν που χάραξαν το δρόμο των αστών. Στερημένοι με τέτοιο τρόπο από κάθε τι το αναγκαίο και απαραίτητο, οι πρόγονοι προλετάριοι έπαιρναν αναγκαστικά τον δρόμο για τα πρώτα εργαστήρια που εγκαθιστούσαν οι νέοι αφέντες.
Σ’ αυτή την πρώτη περίοδο, «πρωτόγονη» για τα σημερινά δεδομένα της οικονομίας, η ανάγκη και απαίτηση των αφεντικών για αδιάκοπη παροχή εργασίας από τους προλετάριους, είχε την ίδια ένταση όσο και σήμερα. Η “απλή δαπάνη εργατικής δύναμης” ήταν για τις μανιφακτούρες του 18ου αιώνα το πρωτογενές πεδίο λεηλασίας της υπεραξίας, με τον ίδιο απαράλλαχτο τρόπο που ισχύει και σήμερα σε κάθε καπιταλιστική επιχείρηση, από την silicon valley, μέχρι τα ορυχεία αλατιού. Εξίσου όμως με την εργασία, τα αφεντικά είχαν ανάγκη και των ίδιων των γνώσεων που κατείχαν οι πρώτοι προλετάριοι. Οι άνδρες και οι γυναίκες, που γνώριζαν να επεξεργάζονται, να συνδυάζουν, να αυτοσχεδιάζουν, να επιδιορθώνουν και να κατασκευάζουν, έπρεπε να παρέχουν στους καπιταλιστές την εργασία τους μαζί με τον γνωστικό πλούτο που διέθεταν και είχε γεννηθεί από αιώνες εμπειριών. Γιατί; Γιατί απλούστατα η εφαρμογή αυτών των γνώσεων ήταν ο μοναδικός τρόπος για να κινητοποιηθούν τα μέσα παραγωγής, να δουλέψουν τα εργαστήρια και να υπάρξει η παραγωγή των εμπορευμάτων. Τα παπούτσια χρειαζότανε τσαγκάρηδες, τα καρφιά σιδεράδες, τα σκαριά μαραγκούς, τα υφάσματα υφαντές, κι αυτό χρειαζότανε σε όλη την αλυσίδα της παραγωγής. Το μυαλό, η δημιουργική πνοή της εργασίας, ήταν εξίσου απαραίτητο με τα χέρια που μεταλλάσσανε τις πρώτες ύλες σε εμπορεύματα. Μ’ αυτή την έννοια, από την αυγή του καπιταλισμού, η εκμετάλλευση ήταν και εξακολουθεί να είναι μια αδιαίρετη διαδικασία που δεν υπάγεται στην όποια διάκριση ανάμεσα σε χειρωνακτική και πνευματική εργασία. Ας το κρατήσουμε αυτό, γιατί θα μας χρειαστεί μπαίνοντας στον 21ο αιώνα. Όμως, η κινητοποίηση των διανοητικών δεξιοτήτων του προλεταριάτου είναι ακόμη ως σήμερα η απαραίτητη προϋπόθεση για την καπιταλιστική παραγωγή και είναι τέτοια όσο τα αφεντικά είναι εγκλωβισμένα στην αντίφαση ανάμεσα σ’ αυτή την κινητοποίηση και στην αέναη επιχείρησή τους να μετατρέψουν τους εργάτες και τις εργάτριες σε αντικείμενα της εκμετάλλευσης, να τους κάνουν δηλαδή πράγματα. Τι διαφορετικό υπήρχε εκείνη την εποχή, πριν από αυτό που οι καθεστωτικοί διανοούμενοι ονόμασαν «βιομηχανική επανάσταση»; Η διαφορά βρίσκεται στο ότι το πρώτο προλεταριάτο κατείχε με ένα αποκλειστικό τρόπο την γνώση και τις επιδεξιότητες. Η εφαρμογή τους, το ξεδίπλωμά τους στη σφαίρα της παραγωγής βάζοντάς την σε κίνηση, ήταν δική του υπόθεση και το χρησιμοποιούσε αυτό υπερασπίζοντας τα συμφέροντά του. Τα αφεντικά ήταν υποχρεωμένα κάθε στιγμή να εκβιάζουν προκειμένου να εκμεταλλευτούν την αστείρευτη πηγή της προλεταριακής διάνοιας και μάλιστα με πενιχρά αποτελέσματα ενάντια σε έναν αντίπαλο που μπορεί να είχε υποταχθεί στην καπιταλιστική σχέση, αλλά δεν είχε ταπεινωθεί ολοκληρωτικά και συλλογικά έβαζε διαρκώς στο κέντρο την άρνησή του να γίνει η κινητήρια δύναμη μιας παραγωγής για την οποία, στην τελική, δεν του καιγότανε καρφάκι. Έτσι μπορεί να γίνει κατανοητό το ουσιαστικό περιεχόμενο της “αποκλειστικότητας”: οι γνώσεις αποτελούσαν για το προλεταριάτο ένα όπλο στον ταξικό πόλεμο, στο οποίο τα αφεντικά δεν μπορούσαν να απλώσουν χέρι.
Γράφει ο Ε. Π. Τόμσον στο βιβλίο του Χρόνος, Εργασιακή Πειθαρχία και Βιομηχανικός Καπιταλισμός:

…τον ακανόνιστο ρυθμό [στην ένταση της εργασίας] πρέπει να τον τοποθετήσουμε στον ίδιο ακανόνιστο κύκλο της εβδομάδας εργασίας και της χρονιάς εργασίας, που προκαλούσαν τους θρήνους των ηθικολόγων και των εμποροκρατών του 17ου και του 18ου αιώνα. Διαβάζουμε την σατιρική εκδοχή αυτής της κατάστασης στους παρακάτω στίχους: «Ξέρεις ότι η Δευτέρα είν’ αδελφή της Κυριακής, όπως κι η Τρίτη· την Τετάρτη πρέπει να πας στην εκκλησία να προσευχηθείς· η Πέμπτη είναι ημιαργία· Παρασκευή, πολύ αργά για να πιάσεις να γνέσεις κι όσο για το Σάββατο, το μισό είναι αργία». Ο Τζ. Χούγκτον μας δίνει την αγανακτισμένη εκδοχή: «Όταν οι πλέκτες και οι κατασκευαστές μεταξωτών καλτσών παίρνουν καλό μισθό για τη δουλειά τους, βλέπεις ότι σπάνια δουλεύουν τη Δευτέρα και την Τρίτη κι ότι περνάνε τον πιο πολύ καιρό τους στην ταβέρνα ή παίζοντας… Οι υφαντές, που είναι συνήθως μεθυσμένοι τη Δευτέρα, έχουν πονοκέφαλο την Τρίτη, ενώ την Τετάρτη τα εργαλεία τους δεν είναι σε καλή κατάσταση. Όσο για τους τσαγκάρηδες, καλύτερα να τους έγδερνες ζωντανούς παρά να μην τους αφήσεις να γιορτάσουν την Αγία Καθίστρα Την Δευτέρα [την Τσαγκαροδευτέρα]…» […] Την Δευτέρα ή την Τρίτη, σύμφωνα με την παράδοση, ο χειρωνακτικά εργαζόμενος προσαρμόζεται στον αργό ρυθμό της μελωδίας «Ε-ε-ε-εχουμε καιρό, ε-ε-ε-εχουμε καιρό». Την Πέμπτη και την Παρασκευή στο «Αλ-λη μια μέρα, αλ-λη μια μέρα». Ο πειρασμός για χουζούρι, για άλλη μια ώρα στο κρεβάτι φόρτωνε τη δουλειά το βράδυ και τότε χρειαζόταν να γίνει με το φως των κεριών. Ελάχιστα επαγγέλματα αναφέρεται ότι δεν γιόρταζαν την Αγία Δευτέρα: οι τσαγκάρηδες, οι ράφτες, οι καρβουνιάρηδες, οι εργάτες των τυπογραφείων, οι κεραμοποιοί, οι υφαντές, οι καπελάδες και οι μαχαιροποιοί, είναι όλοι τους γνήσιοι πιστοί. Παρά την πλήρη απασχόληση σε πολλούς επαγγελματικούς κλάδους στο Λονδίνο την εποχή των ναπολεόντειων πολέμων, ένας παρατηρητής γράφει ότι «σ’ αυτή την μητρόπολη βλέπουμε να γιορτάζεται με σχολαστική ευλάβεια η Αγία Δευτέρα… που πολύ συχνά συνοδεύεται από μια Αγία Τρίτη».

Δύο και περισσότερους αιώνες πριν, η κατάσταση για τα αφεντικά ήταν “αξιοθρήνητη” σύμφωνα τουλάχιστον με τις μαρτυρίες τους. Οι προλετάριοι αρνούνταν πεισματικά να υπαχθούν ολοκληρωτικά στην σκληρή λογική της συσσώρευσης. Οι πλέκτες, οι κατασκευαστές, οι υφαντές, οι τσαγκάρηδες…, δηλαδή οι μάστορες και πιο συγκεκριμένα η φιγούρα του προλετάριου που κατέχει την απαραίτητη γνώση για να πάρει μπρος το εργαστήριο, απλά – απλούστατα δεν γουστάρουν να δουλέψουν κι αυτό δένει κόμπο τα χέρια των αφεντικών. Χωρίς τους μάστορες δεν μπορούνε, αλλά και στις πλάτες τους δεν μπορούν να κάνουν κουμάντο. Να ένα επίπεδο ταξικού ανταγωνισμού, που αξίζει όλους τους θρήνους των αφεντικών.
Φτάνουμε σε ένα κρίσιμο σημείο. Τ’ αφεντικά αναδεικνύονται νικητές στο κοινωνικό πεδίο, επιβάλλοντας το κεφάλαιο σαν την κυρίαρχη σχέση ανάμεσα σε αυτούς και τους εργάτες. Το προλεταριάτο διαχωρίζεται από κάθε μέσο απαραίτητο για την επιβίωση του, διαχωρίζεται από τα ίδια τα προϊόντα της εργασίας του που μετατρέπονται σε εμπορεύματα (θα δούμε παρακάτω κι έναν αιώνα αργότερα κάποιες ιδιαίτερες συνέπειες αυτού του διαχωρισμού) και αρχίζει να ανακαλύπτει φτιάχνοντας και να φτιάχνει ανακαλύπτοντας τον εαυτό του ως συλλογικό ανταγωνιστικό υποκείμενο μέσα στους χώρους παραγωγής. Ένα υποκείμενο που μπορεί να έχει χάσει τον κόσμο, αλλά δεν χαρίζεται ούτε χαρίζει τις ικανότητές του στα αφεντικά. Οι συνθήκες αυτές δημιουργούν μια οριακή κατάσταση, με την παραγωγή να αγκομαχεί, τους προλετάριους να χρησιμοποιούν τις δεξιότητες τους και την εφευρετικότητα τους περισσότερο για να αρνηθούν παρά για να εργαστούν και τα αφεντικά να αναζητούν τρόπους ώστε να κάμψουν τους ταξικούς τους αντιπάλους και να επιβεβαιώσουν τον έλεγχό τους πάνω τους. Υπό τους αυστηρούς ήχους των γραναζιών, εισέρχεται η τεχνολογία κι η μηχανή αναλαμβάνει να περάσει πάνω απ’ τα κεφάλια των εργατών (μ’ αυτή την έννοια το πρότυπο κάθε καπιταλιστικής μηχανής, απ’ το ρολόι μέχρι το ηλεκτρικό κατσαβίδι, είναι το ερπυστριοφόρο).

*

Υπάρχει ένα πολύ χαρακτηριστικό κομμάτι από μια έκθεση ενός συμβουλίου του Μάντσεστερ – ένα από τα τόσα συμβούλια που διορίζονταν τότε στην Αγγλία κατά την πρώτη φάση της εκβιομηχάνισης: «Θάκανε καλό στους εργάτες των εργοστασίων να θυμούνται ότι η εργασία τους είναι κάτι πολύ κατώτερο από την άποψη της ικανότητας εργασίας, ότι δεν υπάρχει άλλη ικανότητα που να αποχτιέται πιο εύκολα και, παίρνοντας υπόψη την ποιότητά της, να πληρώνεται περισσότερο, ότι δεν υπάρχει άλλη δουλειά που με τόση λίγη εκπαίδευση ακόμη και στον πιο άπειρο άνθρωπο να παρέχεται σε τόση ποσότητα και σε τόσο μικρό διάστημα. Οι μηχανές του αφεντικού έχουν στην πραγματικότητα σε όλη την παραγωγή μια λειτουργία πολύ πιο σημαντική από την εργασία και την ικανότητα του εργάτη που μπορεί να αποκτηθεί μέσα σε έξι μήνες και κάθε δούλος γης μπορεί να την μάθει».
[ Ρανιέρο Παντσιέρι, Για τον Νεοκαπιταλισμό, από την συλλογή κειμένων Νεοκαπιταλισμός και Επαναστατικό Κίνημα. ]

Μόλις τα αφεντικά θεώρησαν ότι βρήκαν την απάντηση στον οξυμένο ταξικό ανταγωνισμό, πέρασαν από τους θρήνους στην αυθάδεια. Η εργασία των προλετάριων, η τόσο πολύτιμη για τα καπιταλιστικά εργοστάσια, ελεεινολογήθηκε σαν «κατώτερη», ευτελής και φυσικά πληρωμένη αδικαιολόγητα ψηλά. Η πληθωρικότητα των εμπειριών, που κληροδότησε η ιστορία και αποτυπώθηκε σε μια γκάμα απίστευτων δεξιοτήτων έγινε «ικανότητα που αποχτιέται εύκολα». Και μπροστά στις «μηχανές του αφεντικού» ο εργάτης μεταλλάχθηκε σε «δούλο». Η εισαγωγή των μηχανών στην παραγωγή σημαδεύτηκε από την πρώτη της στιγμή με το ανεξίτηλο ως σήμερα σημάδι της τρομοκρατίας. Τα πρώτα εργοστάσια με τις θηριώδεις τους διαστάσεις, την μολυσμένη τους ατμόσφαιρα από καπνό και σκόνη και το εσωτερικό τους σε μια αδιάκοπη και ακατανόητη κίνηση, ήταν έτσι κατασκευασμένα ώστε να προκαλούν το δέος. Στους διαδρόμους τους η αυταρχικότητα των αφεντικών, μεταμφιεσμένη σε τεχνολογική ορθολογικότητα, επέβαλλε την αντίληψη πως η εργασία των προλετάριων ξεπέφτει δήθεν σε ένα έλασσον πάρεργο, περιφερειακό στην μηχανοποιημένη παραγωγή. Μπροστά στον τεχνικό εξ-οπλισμό (γιατί ακριβώς περί «οπλισμού» πρόκειται) οι εργάτες όφειλαν να υποκλιθούν και να παραμερίσουν. Δεκαετίες μετά, αυτή η φρικτή μηχανοποιημένη τρομοκρατία έμελλε να αποκτήσει τόσο βαθιές και ισχυρές ρίζες μέσα στην κοινωνία, ώστε να συναντήσει την θετική αναγνώριση ακόμη κι από αυτούς που θα ‘πρεπε να την εχθρεύονται περισσότερο. Η πίστη στην ουδετερότητα και τον προοδευτικό χαρακτήρα της τεχνολογίας συνέβη να διαβρώσει ακόμη και το ίδιο το προλεταριάτο.
Αλλά ας δούμε πρώτα τι σημαίνει η χρήση των μηχανών από τα αφεντικά και γιατί ο χαρακτήρας τους είναι ενάντια στους εργάτες. Από μια «τεχνική» άποψη, στη σφαίρα της παραγωγής, αυτό που κάνουν οι μηχανές είναι να αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας. Δηλαδή, με απλά λόγια, οι μηχανές μειώνουν τον χρόνο που χρειάζεται να δουλέψει ένας εργάτης προκειμένου να παραχθεί ένα εμπόρευμα. Που σημαίνει ότι με τον ίδιο χρόνο εργασίας, οι μηχανές προκαλούν την παραγωγή μεγαλύτερου αριθμού εμπορευμάτων. Σταματώντας εδώ όμως, αυτή η επίπεδη ματιά είναι η τεχνο-λογική ερμηνεία της μηχανής, απ’ την σκοπιά των ίδιων των μηχανών που υποβιβάζουν τους εργάτες σε μια απλή δεξαμενή εργατικής δύναμης. Το πραγματικό νόημα της μηχανής μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο μέσα στις ιστορικές συνθήκες του ταξικού ανταγωνισμού που προκάλεσαν την κατασκευή της και οδήγησαν στον βιομηχανικό καπιταλισμό.
Η καθεστωτική αφήγηση για την βιομηχανική επανάσταση έχει στο κέντρο της τον κινητήρα (ιδιαίτερα η ατμομηχανή κατέχει μια περίοπτη θέση) και περιορίζεται σε ένα κατεβατό εφευρέσεων, καινοτομιών και θαυμαστών επιδόσεων των νέων μηχανών, συγκρινόμενες πάντα με τους εργάτες. Πρόκειται πάλι για μια αφήγηση που εκφέρεται από την ίδια την μηχανή – και το αφεντικό της. Γιατί η πραγματική καινοτομία της μηχανής δεν βρίσκεται ούτε στη μέθοδο που μετατρέπει την όποια ενέργεια σε μηχανική, ούτε στον κινητήρα, αλλά στην τελική της απόληξη που συμμετέχει στην παραγωγή, στο τμήμα της που παρεμβαίνει -κυριολεκτικά- ανάμεσα στον εργάτη και την παραγωγή, δηλαδή το εργαλείο. Στα μηχανοκίνητα εργαλεία του 18ου αιώνα (απ’ τον αργαλειό μέχρι το αμόνι), η καθεστωτική ματιά στρέφεται στο πρώτο μέρος, τους ατμοκινητήρες απ’ όπου πήγαζε μια δύναμη αστείρευτη και συντηρούνταν μια κίνηση αδιάκοπη. Η κριτική όμως αναγνωρίζει ότι εκεί που συντελέστηκε η ριζική αλλαγή, είναι στο δεύτερο μέρος, τα εργαλεία. Και συγκεκριμένα στη σχέση του εργάτη με τα εργαλεία παραγωγής, που ως τότε ήταν το μέσο του για να επιβάλλει τις δικές του νόρμες στο ρυθμό και την ένταση της εργασίας. Όχι γιατί είχε την ιδιοκτησία τους, αλλά γιατί αποτελούσαν την προέκταση των γνώσεων που αυτός κατείχε. Και είδαμε ότι εξαιτίας αυτής της συνθήκης, μέχρι να εισαχθούν οι μηχανές στα εργαστήρια, η παραγωγή ήταν οργανωμένη με ένα υποκειμενικό τρόπο, με άξονα και κέντρο τον ειδικευμένο εργάτη. Η εισαγωγή της τεχνο-λογίας στην παραγωγή ήταν ο τρόπος των αφεντικών για να σπάσουν αυτή την ζωτική σχέση, που είχε ξεκάθαρα ένα ταξικό / πολεμικό χαρακτήρα. Στα πλαίσια της καπιταλιστικής τεχνο-λογίας, οι μηχανές δεν ήταν τίποτα λιγότερο από το σφυρί που θρυμμάτισε αυτή τη σχέση, ώστε στη συνέχεια η παραγωγή να οργανωθεί με ένα αντικειμενικό τρόπο, με άξονα και κέντρο πλέον την ίδια την μηχανή.
Έχει σημασία να σημειώσουμε πως στην πρώτη φάση ανάπτυξης της τεχνολογίας, η επιστήμη δεν είχε σχεδόν καμία σχέση με τις μηχανές και μόνο μετά την εμφάνισή τους ανέλαβε να τις ερμηνεύσει σύμφωνα με τα γενικά και θεωρητικά της μοντέλα. Οι πρώτες μηχανές δεν φτιάχτηκαν σε κάποιες απομονωμένες εργαστηριακές γυάλες, αλλά κατασκευάστηκαν επιτόπου, μέσα στην ίδια την παραγωγή, από πρακτικούς μηχανικούς. Δεν προέκυψαν από αφηρημένα μοντέλα, αλλά από τις εμπειρικές παρατηρήσεις πάνω στον τρόπο που εργάζονταν οι ίδιοι οι εργάτες. Εκείνοι οι μηχανικοί ήταν που παρακολούθησαν συστηματικά και προσεκτικά όλο το φάσμα των εφαρμοσμένων γνώσεων των προλετάριων, τον τρόπο που χρησιμοποιούσαν τα εργαλεία τους και οργάνωναν την παραγωγή και στη βάση αυτής της παρακολούθησης άρχισαν να δοκιμάζουν τα πρώτα μηχανικά μοντέλα. Ως γνήσιοι πράκτορες των αφεντικών, οι τεχνολόγοι μηχανικοί εκμεταλλεύτηκαν την σύνθετη και πληθωρική προλεταριακή επιδεξιότητα, την λεηλάτησαν και την ενσωμάτωσαν στις μηχανές. Με αυτό τον τρόπο, μετά τον διαχωρισμό από τα μέσα παραγωγής και τον διαχωρισμό από το προϊόν της παραγωγής, τα αφεντικά πέτυχαν τον διαχωρισμό του προλεταριάτου από τα εργαλεία παραγωγής, ακρωτηριάζοντας και κλέβοντας τις γνώσεις του. Αυτό που έχασαν οι εργάτες, πέρασε στα χέρια των αφεντικών εναντίον τους. Η ζωντανή γνώση των άμεσων παραγωγών μετατράπηκε σε νεκρή γνώση, κατεψυγμένη μέσα στις μηχανές και έτσι σταθεροποιήθηκε η κυριαρχία των αφεντικών και ο έλεγχός τους στην παραγωγή. Με τον διαχωρισμό των εργατών από την ίδια τους την γνώση, η σχέση τους με τα εργαλεία αντιστράφηκε· δεν ήταν πλέον αυτά προέκταση των δεξιοτήτων τους, αλλά έγιναν οι ίδιοι προέκταση των εργαλειομηχανών. Δεν ήταν πια τα αφεντικά που έπρεπε να εκβιάζουν την κινητοποίηση των δυνατοτήτων του προλεταριάτου, αλλά το προλεταριάτο που έπρεπε να προσαρμοστεί στην αδιαμφισβήτητη τεχνο-λογική των μηχανών και να υποταχθεί στον σκληρό ρυθμό τους. Ήταν μια μάχη που δόθηκε και δόθηκε με σκληρό τρόπο. Η βία που ξέσπασε από την επιχείρηση των αφεντικών να μετατρέψουν τον ειδικευμένο εργάτη σε εργάτη-εξάρτημα προκειμένου να καμφθεί το προλεταριάτο, άλλαξε ριζικά τη μορφή και τα περιεχόμενα των καπιταλιστικών κοινωνιών, καθιστώντας την τεχνολογία αυτό που είναι μέχρι σήμερα: έναν από τα κυριότερα εργαλεία των αφεντικών στον ταξικό πόλεμο.

Η “βιομηχανική επανάσταση”, δηλαδή η αναδιάρθρωση της παραγωγής ως μέσο ανασύνθεσης του προλεταριάτου, δεν ήταν μια διαδικασία ομοιόμορφη και ομαλή για όλους τους καπιταλιστικούς κλάδους. Οι ασυνέχειες, οι ανατροπές και οι διακυμάνσεις περιγράφουν πιο ρεαλιστικά τις αλλαγές, παρά η εικόνα της γραμμικής, εξελικτικής προόδου που προβάλλει η επίσημη ιστορία. Όπως συμβαίνει και σήμερα, συνυπήρχαν ταυτόχρονα καπιταλιστικοί κλάδοι που προχώρησαν με γρήγορους ρυθμούς στο καινούργιο σύμπαν της βιομηχανικής παραγωγής, με κλάδους που εξακολουθούσαν να εφαρμόζουν «αρχαϊκές» μεθόδους εκμετάλλευσης κι ανάμεσά τους άλλοι που χαντακώθηκαν στα τεχνολογικά «χάσματα». Η συνθήκη αυτή όμως δεν αναιρεί το συμπέρασμα ότι η βιομηχανική επανάσταση είναι ένα κεφάλαιο του πολέμου μιας τάξης ενάντια σε μια άλλη τάξη. Των αφεντικών ενάντια στο προλεταριάτο. Χωρίς μυστικά διευθυντήρια, κρυφά στρατηγεία και ολοκληρωμένα «μακροπρόθεσμα» σχέδια, αλλ’ ακόμη κι έτσι (με τον τρόπο δηλαδή που γράφεται η ιστορία ενός κόσμου σε δυναμική) τα αφεντικά έδωσαν τον πόλεμο αυτό στο όνομα των κοινών τους συμφερόντων, ενάντια στον κοινό τους αντίπαλο. Έστω κι αν για τον κάθε μεμονωμένο καπιταλιστή δεν συνεπαγόταν τα ίδια άμεσα «οφέλη», έστω κι αν «συνέβη να αντιμετωπίσει ο ένας τον άλλο σαν νόθο αδελφό, στο μεταξύ τους ανταγωνισμό». Μ’ αυτή την έννοια η «βιομηχανική επανάσταση» υπήρξε μια διαυγής αποκρυστάλλωση του ταξικού ανταγωνισμού.

*

Τριακόσια χρόνια σχεδόν μετά την εισαγωγή των πρώτων μηχανών στην καπιταλιστική παραγωγή, τα ίδια περιεχόμενα εξακολουθούν απαράλλαχτα (στον πυρήνα τους) να επανέρχονται μέχρι σήμερα και κάθε «νέα τεχνολογική επανάσταση» μας εισάγει κατευθείαν στο πεδίο του ταξικού ανταγωνισμού. Όταν τα αφεντικά επενδύουν στην τεχνολογία, το λιγότερο που κάνουν είναι να «εισάγουν νέες μηχανές στην παραγωγή». Εξάλλου μηχανές, έστω στην υποτυπώδη τους μορφή, ήταν ήδη στην παραγωγή πριν ο πρώτος μηχανικός αργαλειός μπει σε εργοστάσιο. Υπήρχαν όμως ως πρακτικές προεκτάσεις των χεριών και του μυαλού των εργατών, ως εργαλεία κάτω από τον έλεγχο τους. Υπήρχαν μέσα σε ένα πλαίσιο σχέσεων με ανταγωνιστικά περιεχόμενα προς τις καπιταλιστικές προσταγές. Τα αφεντικά αυτό που έκαναν ήταν να ανατρέψουν με τεχνικούς όρους τη σχέση αυτή, επανακαθορίζοντας τη θέση του προλεταριάτου και τον έλεγχό τους πάνω του. Γι’ αυτό η τεχνο-λογική αναδιάρθρωση δεν είναι καθόλου ένα «τεχνικό» ζήτημα. Αντίθετα. Στον καπιταλισμό η τεχνολογία είναι μια σχέση κυριαρχίας και ελέγχου, επενδυμένη με ελατήρια. Και η μηχανή είναι η υλική έκφραση αυτής της σχέσης.

Η εποχή των μηχανών του κιμά και των μεγάλων λευκών οικιακών συσκευών.

Ένα πρωινό του 1789 ο μηχανικός και εφευρέτης Eli Whitney μπήκε στο αμερικάνικο κογκρέσο κουβαλώντας μαζί του δέκα όπλα. Ο λόγος αυτής της ιδιότυπης εισβολής ήταν η ζωντανή επίδειξη της απάντησης σε ένα κεντρικό πρόβλημα κάθε στρατού εκείνης της εποχής. Μέχρι τότε τα όπλα ήταν κατασκευασμένα από χειροτέχνες μάστορες, το καθένα ήταν μοναδικό και σε περίπτωση βλάβης έπρεπε είτε να επιστραφούν στον αρχικό κατασκευαστή τους για επιδιόρθωση, είτε να πεταχτούν σαν άχρηστα. Ο Whitney μπροστά στα μάτια των γερουσιαστών, διέλυσε τα όπλα, ανακάτεψε τα κομμάτια τους σε ένα κουβά και στη συνέχεια τα επανασυναρμολόγησε, χωρίς ούτε ένα να χάσει σε λειτουργικότητα και αξιοπιστία. Τα όπλα αυτά είχαν κατασκευαστεί με τη χρήση μηχανών από ανειδίκευτους εργάτες που είχαν δουλέψει κάτω από τυποποιημένες οδηγίες και τα εξαρτήματά τους ήταν ταυτόσημα και γι’ αυτό εναλλάξιμα μεταξύ τους. Το κογκρέσο, εντυπωσιασμένο από την καινοτόμο τεχνολογία, ανέθεσε στον Whitney να αναπτύξει ένα πρότυπο μοντέλο παραγωγής βασισμένο σε πρωτόκολλα οδηγιών, την τυποποίηση των ανταλλακτικών, τον διαχωρισμό της κατασκευής από την συναρμολόγηση, και την εκτεταμένη χρήση μηχανών. Δέκα χρόνια αργότερα το “american system of manufacturing” ξεκίνησε να εφαρμόζεται σε κάθε παραγγελία της αμερικάνικης κυβέρνησης και ο Whitney, έχοντας εντωμεταξύ αναπτύξει ένα πλήθος μηχανών με σκοπό τον περιορισμό στο ελάχιστο την ειδικευμένη εργασία, έγινε ο πρώτος που εφάρμοσε έναν νέο καταμερισμό της εργασίας και μια πρωτόλεια μορφή της σύγχρονης παραγωγής σε αλυσίδα.
Στην πραγματικότητα, η αρχική σύλληψη της ιδέας για ένα τέτοιο σύστημα παραγωγής δεν ανήκει στον Whitney, αλλά κατάγεται από την Γαλλία, όπου είχε προταθεί για την κατασκευή των όπλων από τον Honore le Blanc, στα μέσα του 18ου αιώνα. Έμεινε όμως στο στάδιο των σκέψεων και των σχεδιασμών, χωρίς να εφαρμοστεί στην πράξη. Ο Thomas Jefferson, που τότε υπηρετούσε ως πρέσβης των ΗΠΑ στο Παρίσι, είναι που μετέφερε την ιδέα στην άλλη πλευρά του ατλαντικού, στον Whitney, που την ανέπτυξε και την εφάρμοσε στην πράξη. Ακόμη παλιότερα, στην Βενετία προηγούμενων αιώνων, η ναυπήγηση των καραβιών είχε στηριχτεί στην εκτεταμένη χρήση προκατασκευασμένων κομματιών και την αλυσίδα συναρμολόγησης με στόχο την μαζική παραγωγή, συνθήκες που είχαν σαν αποτέλεσμα τα βενετσιάνικα ναυπηγεία να φτάσουν τα επίπεδα της παραγωγής σε τουλάχιστον ένα καράβι την ημέρα.
Εκατόν δεκατέσσερα χρόνια μετά τον Whitney και το σύστημά του παραγωγής, την 1η/12ου 1913 μπαίνει σε λειτουργία η πρώτη κινούμενη αλυσίδα συναρμολόγησης. Ο Henry Ford, αγνοώντας πιθανά το ιστορικό βάθος των καταβολών του, επηρεασμένος από την οργάνωση της παραγωγής στα σφαγεία του Σικάγο, οργανώνει την μαζική παραγωγή των εργοστασίων του με τους εργάτες σε σταθερές θέσεις και τις μηχανές σε μια συνεχή κίνηση ανάμεσά τους. Την ίδια εποχή, στα 1911, ένας άλλος αμερικάνος μηχανικός, ο Frederick Winslow Taylor, εκδίδει την μονογραφία The Principles of Scientific Management. Το θέμα που πραγματεύεται είναι επιστημονική μελέτη των χρόνων και των κινήσεων της εργασίας με στόχο την επαναπειθάρχηση των εργατών στις απαιτήσεις της μοντέρνας βιομηχανίας. Τέλος, στα 1936, λίγο πριν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ο βρετανός οικονομολόγος John Maynard Keynes με την Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος, διατυπώνει μια συνεκτική πολιτική θεωρία για τον ρόλο του κράτους στον ταξικό ανταγωνισμό προκειμένου να διαφυλάξει την ζωτικότητα του κεφαλαίου. Η εποχή που ξεκίνησε απ’ τις αρχές του εικοστού αιώνα έμελλε να συνδεθεί στενά με την εκτεταμένη εφαρμογή των πρακτικών και των θεωριών αυτών των τριών και των ομοίων τους. Η πολιτική σύνθεση φορντισμού, τεϋλορισμού και κεϋνσιανισμού αποτέλεσαν το σχέδιο μάχης των αφεντικών ενάντια στις οργανωμένες αρνήσεις του προλεταριάτου.

*

Η αυγή του εικοστού αιώνα βρήκε τον καπιταλισμό στο κατώφλι της κρίσης, αποκαλύπτοντας με το πιο δραματικό τρόπο την πολεμική σχέση ανάμεσα στα αφεντικά και τα υποκείμενα της εκμετάλλευσης, και τον αγώνα των δεύτερων για απελευθέρωση από τα δεσμά της κεφαλαιακής σχέσης. Τον αιώνα που πέρασε είχαν ήδη προηγηθεί οι επαναστάσεις του 1848 που συντάραξαν τα θεμέλια του κόσμου, η δημιουργία της πρώτης διεθνούς και η κομμούνα του Παρισιού όπου οι εργάτες ξεδίπλωσαν με τον πιο εκρηκτικό τρόπο τις ανταγωνιστικές τους αρνήσεις πριν σφαγιαστούν από τη “ιερή συμμαχία” των ευρωπαίων αφεντικών. Οι εμπειρίες αυτές διεύρυναν την πανουργία και την μαχητικότητα του προλεταριάτου και το όπλισαν στην πάλη του ενάντια στους κυρίαρχους. Το αποτέλεσμα ήταν η οργανωμένη πολιτική έκφραση των συμφερόντων του, κύρια με την μορφή των συνδικάτων και των επαναστατικών οργανώσεων. Τις δεκαετίες του ’10 και ’20, το εργατικό κίνημα ταυτίστηκε με την ριζική αμφισβήτηση των καπιταλιστικών προσταγών και η προλεταριακή επανάσταση έγινε ο εφιάλτης των αφεντικών. Η επίσημη αφήγηση για εκείνη την εποχή μιλάει (πάλι) αποσπασματικά και κρυπτογραφικά, παραθέτοντας σε χρονολογική σειρά ένα παγκόσμιο πόλεμο που ξεκινάει το ’14, ένα οικονομικό κραχ το ’29 και ένα δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που ξεκινάει το ’39. Αυτή η θρυμματισμένη αναπαράσταση της εποχής, αποκτάει την ενότητά της μόνο μέσα από το πρίσμα του ταξικού πολέμου. Η επίθεση των πληβείων είναι αυτή που οδηγεί τις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα τον καπιταλισμό σε κρίση και τα αφεντικά σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να βρουν απαντήσεις πριν να είναι πια πολύ αργά. Η διαπάλη αυτή άλλαξε ριζικά τη μορφή του κόσμου, αφού πρώτα χρειάστηκε να αιματοκυλιστεί ο πλανήτης για να μην διακυβευτεί η κυριαρχία του κεφαλαίου.
Από τη μεριά των αφεντικών, η αντεπίθεση ήταν και βαθιά τεχνολογική. Η παραγωγή αναδιαρθρώνεται τεχνικά με τη χρήση των μηχανών, επιβάλλονται νέες μέθοδοι εκμετάλλευσης της εργασίας και πειθάρχησης των εργατών και η μηχανιστική “ορθολογικότητα” των αφεντικών βγαίνει από το εργοστάσιο και διεισδύει σε όλο το φάσμα των κοινωνικών σχέσεων.

*

Δέκα χρόνια αφότου το είχε παρατήσει, ένας άντρας ξαναπαίρνει το δρόμο του εργαστηρίου… Ανήσυχος, αναρωτιέται τι να του απομένει άραγε, δέκα χρόνια μετά, από την “τέχνη”, από την υπομονετική εκείνη αναρρίχηση, σκαλοπάτι –  σκαλοπάτι, που άρχισε τη μέρα που για καλή του τύχη τον είχαν προσλάβει σαν “βοηθό εφαρμοστή” σ’ ένα εργαστήρι στη Λυών… Νάτος, μπαίνει στα 1920 στη Σιτροέν του Σαιντ Ουέν:
“Όλος ο χώρος από το πάτωμα ίσαμε το ταβάνι του υπόστεγου κομματιαζόταν, οργωνόταν από την κίνηση των μηχανών. Γερανογέφυρες έτρεχαν πάνω από τους πάγκους. Στο έδαφος ηλεκτροκίνητα καρότσια συνωστίζονταν μέσα σε στενούς διαδρόμους. Δεν περίσσευε χώρος για την καπνιά… Στο βάθος του υπόστεγου κάτι πελώριες πρέσες έκοβαν δοκάρια, καπό και φτερά αυτοκινήτων, αφήνοντας ήχους σαν εκρήξεις. Στο μεταξύ το γάζωμα των αυτόματων σφυριών του λεβητοποιείου σκέπαζε τον εκκωφαντικό θόρυβο των μηχανών”.
Η ανακάλυψη είναι απροσδόκητη. Το εργοστάσιο, διαμορφωμένο και κατευθυνόμενο με “αμερικάνικο” τρόπο, ανέτρεψε την παλιά τάξη πραγμάτων και αναστάτωσε τους ανθρώπους. Η υπομονετική απόκτηση της “τέχνης”… που μέχρι τις αρχές ακόμα του αιώνα έκανε έναν εργάτη να αναγνωρίζει τους ομοίους του, είναι πια απαρχαιωμένη. Ο χρόνος δεν αποτελείται πια από τις φάσεις κατασκευής του έργου. Τώρα πρέπει να κερδίζεται ασταμάτητα. “Δουλεύαμε σαν εκείνα τα τρελά φιλμ, με τις εικόνες που διαδέχονται σε μια καταπληκτική ταχύτητα η μια την άλλη. Κερδίζαμε χρόνο. Τον ξαναχάναμε περιμένοντας τον τροχό, τη φρέζα, τη γερανογέφυρα”. Το δευτερόλεπτο, το κλάσμα του δευτερολέπτου, ρυθμίζει τώρα τις διαδοχικές κινήσεις. Το χρονόμετρο έχει εισχωρήσει μέσα στο εργαστήριο. Βρισκόμαστε χωρίς αμφιβολία μπροστά στη μεγαλύτερη επανάσταση στην ανθρώπινη ιστορία της παραγωγής.
[ Μπενζαμέν Κοριά, Ο εργάτης και το χρονόμετρο. ]

Η εισβολή του χρονόμετρου στο εργοστάσιο γίνεται με την στολή της επιστήμης και το ρόπαλο του ελέγχου. Ο ίδιος ο Taylor είχε προϊδεάσει ρητά για τους σκοπούς της επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας: “Όποιος ελέγχει και άρα υπαγορεύει τους τρόπους χειρισμού, αυτός θα μπορέσει να ελέγξει και τους χρόνους παραγωγής”. Στην πραγματικότητα, ο τεϊλορισμός είναι ελάχιστα καινοτόμος σε σχέση με όσα είχαν πετύχει οι πρακτικοί μηχανικοί τον προηγούμενο αιώνα με την εισαγωγή της μηχανής στο εργαστήριο. Αυτό που κάνει ο Taylor είναι να πατάει πάνω στα δεδομένα της μηχανοποίησης, επιχειρώντας να επεκτείνει στο άπειρο την διαλεκτική του ελέγχου πάνω στην παραγωγή. Ο στόχος είναι και πάλι οι φραγμοί που βάζει στην απόσπαση της υπεραξίας η υποκειμενικότητα των εργατών και η μαχητική άρνησή τους να αντικειμενοποιηθούν. Μια υποκειμενικότητα που εκφράζεται μέσα από την επινόηση και επιβολή της δικής τους νόρμας στην παραγωγή. Τα αφεντικά επιβάλλουν την ορθολογικότητά τους στο εργοστάσιο και βάζουν τις δραστηριότητες των εργατών πρώτα στο μικροσκόπιο, ώστε να τις αναλύσουν μέχρι το έσχατο όριό τους και μετά τις σέρνουν στο χειρουργικό τραπέζι τεμαχίζοντάς τις και αποσυνθέτοντάς τις μέχρι να απομείνουν οι ελάχιστες (και χωρίς νόημα) κινήσεις που συγκροτούν την εργασιακή διαδικασία. Οι τεχνολόγοι του τεϋλορισμού διαμελίζουν τον χρόνο και την κίνηση και συναρμολογούν ξανά την παραγωγή σαν μια γραμμική εξέλιξη που το κάθε άπειρα μικροσκοπικό στάδιο καθορίζει απόλυτα το επόμενο μέχρι το προϊόν-εμπόρευμα να προκύψει ως αποτέλεσμα μιας πλήρως μετρήσιμης και ελεγχόμενης διαδικασίας. Ο Taylor αυτό που έκανε είναι να προτρέψει τα αφεντικά να βρουν τους τρόπους ώστε να εξαλείψουν από την παραγωγή και την μικρότερη πιθανότητα οι εργάτες να κατανοήσουν την διαδικασία και άρα να αποκτήσουν τη δυνατότητα να την μπλοκάρουν. Απ’ αυτή την άποψη, στο κέντρο της τεχνολογικής αναδιάρθρωσης βρίσκεται η εμπειρία που έχουν κατακτήσει οι εργάτες, η προλεταριακή γνώση, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που η γνώση αυτή ήταν τον προηγούμενο αιώνα το οχυρό που επιχείρησαν να εκπορθήσουν τα αφεντικά με τις μηχανές. Αν ο τεϋλορισμός διακρίνεται για μια καινοτομία δεν είναι άλλη από την ανάδειξη της ταυτότητας που η επιστήμη κουβαλάει μέχρι σήμερα, δηλαδή του πειθήνιου υπηρέτη των συμφερόντων της τάξης των κυρίαρχων, και την σύζευξη της τεχνολογίας και της επιστήμης σε μια μοναδική διάσταση καθοριστικής σημασίας για τις επιθέσεις των αφεντικών, αυτή της τεχνο-επιστήμης.
Ο Ford από τη μεριά του είναι πιο πραγματιστής, γιατί έχει κιόλας την εμπειρία του εργοστασίου από μια θέση καθημερινής μάχης με το προλεταριάτο. Γνωρίζει καλά ότι δεν γίνεται να εξαλείψει τον εργάτη από την παραγωγή βάζοντας στη θέση του μια “μαϊμού που παράγει” με την διαρκή επανάληψη των ίδιων στερεοποιημένων κινήσεων που προβλέπει η επιστημονική οργάνωση της εργασίας. Εκεί που οι επιστήμονες αναζητούν τα μέγιστα αποτελέσματα, ο Ford και οι όμοιοί του αναζητούν τα βέλτιστα, μέσα στις συνθήκες του ταξικού ανταγωνισμού. Γιαυτό και ο φορντισμός είναι κατά μία έννοια εφαρμοσμένος τεϋλορισμός (και συνάμα απόδειξη της αποτυχίας του, της αποτυχίας δηλαδή της επιστήμης να κατανοήσει πλήρως και να ελέγξει την δυναμική των προλεταριακών δραστηριοτήτων). Στο φορντικό εργοστάσιο επιβεβαιώνεται, με τον πλέον ωμό τρόπο είναι η αλήθεια, η γκρίζα πραγματικότητα που έναν αιώνα πριν περιγράφεται στο Κεφάλαιο: “…η κυριαρχία του κεφαλαίου επί της εργασίας ολοκληρώνεται επιτέλους στη σύγχρονη βιομηχανία που αναπτύσσεται βασισμένη στις μηχανές. Η προσωπική δεξιότητα του μεμονωμένου ασήμαντου εργοστασιακού χειριστή παραλείπεται σαν απειροστή ποσότητα μπρος στην επιστήμη, τις γιγάντιες φυσικές δυνάμεις και τη μάζα της εργασίας που ενσωματώνονται στον εργοστασιακό μηχανισμό και, σε συνεργασία μαζί του, συνιστούν τη δύναμη του αφέντη”. Οι φορντικές μέθοδοι δοκιμάζουν να κάνουν πραγματικότητα την “αέναη κίνηση” των μηχανών, επιβάλλοντας στους εργάτες τη βία της αλυσίδας παραγωγής και κατορθώνουν να κάνουν το μοτίβο της μαζικής παραγωγής εμπορευμάτων κυρίαρχο κανόνα της καπιταλιστικής οικονομίας. Ο στόχος είναι να μειωθεί στο έπακρο η ανάγκη για “ειδικευμένα χέρια” αλλά και για “εργατικά χέρια” γενικά, να περιοριστούν οι νεκροί χρόνοι ανάμεσα στα διάφορα στάδια επεκτείνοντας έτσι το μήκος της εργάσιμης μέρας και να επιβληθεί αυταρχικά ένας ρυθμός εργασίας απόλυτα εξαρτημένος από τις μηχανές. Επιπλέον, κι εδώ είναι που πρέπει να εστιάσουμε προσεκτικά, η επιβολή του φορντισμού ολοκληρώνεται έξω από καθ’ εαυτή την σφαίρα της παραγωγής, στη σφαίρα των κοινωνικών σχέσεων συνολικά, κατασκευάζοντας σαν αδιαχώριστο ταίρι της μαζικής παραγωγής, την μαζική κατανάλωση, κατασκευάζοντας ταυτόχρονα την φιγούρα του εργάτη – καταναλωτή. Οι νόρμες και οι προσταγές της αλυσίδας παραγωγής βγαίνουν απ’ το εργοστάσιο, προκειμένου να επιβεβαιώσουν την ισχύ τους μέσα στο εργοστάσιο και μεταλλάσσονται από μέθοδοι οργάνωσης της εργασίας, σε κανονιστικό πλαίσιο για όλες τις πτυχές της ζωής.
Ένας καθοριστικός παράγοντας που επέτρεψε στα αφεντικά να αναδιαρθρώσουν την παραγωγή με βάση τις θεωρίες και τις πρακτικές του τεϋλορισμού / φορντισμού ήταν η μεγάλη σφαγή του 1914. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος με τις τεράστιες απαιτήσεις εξοπλισμού των αντίπαλων στρατοπέδων, έδωσε μια χωρίς προηγούμενο ώθηση στην ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας, δημιουργώντας ένα νέο πεδίο εκτεταμένης εφαρμογής μεθόδων, που μέχρι πριν παρέμεναν σε δοκιμαστικό στάδιο. Περισσότερο όμως από αυτό, η μαζική εξόντωση της εργατικής τάξης στα πεδία των μαχών ήταν αυτή που κατάφερε ένα ισχυρό πλήγμα στους αγώνες του προλεταριάτου και επέτρεψε να εφαρμοστούν μέτρα που προηγουμένως είχαν προκαλέσει τον ξεσηκωμό. Οι εκτεταμένες καταστροφές που προκάλεσε ο πόλεμος, υλικές και κοινωνικές, “καθάρισαν” το πεδίο ώστε να μπορέσουν στη συνέχεια τα αφεντικά να επιβάλλουν την “ορθολογικοποίηση” της παραγωγής. Ένας άλλος κρίσιμος παράγοντας ήταν τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα, οι σχεδόν “αστείρευτες” ροές εργατικής δύναμης που κατευθύνονταν στα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα. Αυτοί οι εργάτες – μετανάστες, ξεριζωμένοι και ευάλωτοι στη βία των αφεντικών, συγκρότησαν την πλειοψηφία των “ανειδίκευτων χεριών”, που πάνω τους εφαρμόστηκαν τα νέα οργανωτικά μοντέλα της παραγωγής. Επιπλέον, πάνω στην άγρια καταπίεση των μεταναστών προκειμένου να κρατηθούν αποκλεισμένοι και ανοργάνωτοι στο “περιθώριο” ήταν που πάτησαν τα αφεντικά για να μπορέσουν να ξεφύγουν από τις πιέσεις των συνδικάτων.

Ο Τέιλορ, ο Φορντ και πίσω απ’ αυτούς η στρατιά των χρονομετρητών και των αναλυτών -πεζικάριοι του καινούργιου ορθολογισμού του κεφαλαίου- τα κατάφεραν λοιπόν: στο τέλος του πολέμου, μέσα στη δεκαετία 1920-1930, μια νέα οικονομία ρυθμίζει τους μηχανισμούς της παραγωγής. Μαζί μ’ αυτή και μια ιδιωτική κοινωνία στο σύνολό της φαίνεται να έχει κυριαρχηθεί από έναν καινούργιο και παράξενο ρυθμό.
Είναι η αρχή των «τρελών» χρόνων. Με την ιστορική απόσταση, δημιουργείται η εντύπωση, σήμερα, πως η καινούργια οικονομία χρόνου μέσα στο εργαστήριο δεν μπορούσε παρά να βρει το αντίκτυπό της σ’ αυτή την παράλογη ασυδοσία της συμπεριφοράς έξω από το εργαστήριο: τα καπέλα των Κυριών, τα γιλέκα των Κυρίων, οι νύχτες, η σπατάλη χρόνου για όλους. Φαίνεται σάμπως μετά από δύο πολέμους -ο ένας «εμφύλιος» και ο άλλος παγκόσμιος- μετά τη διάλυση των πρωταρχικών μύθων, […] φαίνεται λοιπόν σαν η εποχή -ή τουλάχιστον οι πλούσιες τάξεις της εποχής- να προσφέρει στον εαυτό της την πολυτέλεια ενός διαλείμματος.
Διάλειμμα σύντομο, που θα λήξει πριν τελειώσει η δεκαετία, κάποια Πέμπτη, όταν ένα χρηματιστηριακό επεισόδιο θα αποκαλύψει απότομα πόσο σαθρός ήταν ο κολοσσός.
Οι δυνάμεις που απελευθέρωσε η δραστηριότητα των μεγάλων κοντοτιέρηδων της βιομηχανίας, δηλαδή των Τέιλορ και Φορντ αλλά και των Ροκφέλερ ή Μόργκαν, ξανάρχονται στο προσκήνιο. Συντελείται κατά κάποιο τρόπο η επιστροφή του στόχου: η κρίση έχει ξεσπάσει.
Κάτω απ’ τη τρομακτική πίεση των εργατικών αγώνων θα γίνει, βήμα-βήμα, ο απολογισμός απ’ την πλευρά των κυβερνώντων και η προσπάθεια να επανασυγκολληθούν όσο γίνεται τα διάσπαρτα κομμάτια.
Μονάχα ένας άνθρωπος θα μπορέσει να συλλάβει τις νέες όψεις αυτής της κρίσης, τι είναι εκείνο μέσα της που φέρνει κιόλας την μελλοντική τάξη πραγμάτων. Με την ακλόνητη πεποίθηση πως αυτή η κρίση δεν είναι απλή επανάληψη του παλιού αλλά το αποτέλεσμα νέων δυνάμεων, θα καταφέρει -χρησιμοποιώντας τη γλώσσα που καταλαβαίνουν οι όμοιοί του- να ανατρέψει τη θεωρία και την πρακτική αυτού που ακόμα ονομάζεται «ισορροπία». Έτσι, μετά τον Τέιλορ και τον Φορντ, έρχεται ο Κέυνς ν’ αποπερατώσει το οικοδόμημα. Μετά τη θεωρία και την πρακτική της μαζικής παραγωγής μέσα στο εργαστήριο, η θεωρία και η πρακτική του είδους του κράτους… που αντιστοιχούν σ’ αυτή τη μαζική παραγωγή.
[ Μπενζαμέν Κοριά, Ο εργάτης και το χρονόμετρο. ]

Με τον κεϋνσιανισμό, οι θεωρίες και πρακτικές ελέγχου που επεξεργάστηκαν τα αφεντικά στο εσωτερικό του εργοστασίου, ολοκληρώνονται πλέον στο επίπεδο του κράτους, παράγοντας ένα συνολικό κοινωνικό υπόδειγμα που διαπερνά όλα τα επίπεδα των κοινωνικών σχέσεων. Με βάση τις θεωρίες του Keynes (αλλά και τα συμπεράσματα του New Deal στις ΗΠΑ, και όχι μόνο) το κράτος αναπτύσσεται σαν ένας “μεσολαβητικός” παράγοντας που επιχειρεί -είτε με την πρόνοια, είτε με την αστυνομία- να τιθασεύσει τον ταξικό ανταγωνισμό, αναλαμβάνοντας, στο όνομα των αφεντικών, διευρυμένες ευθύνες στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Σαν τέτοιο, το κράτος – “κόμμα των αφεντικών” προεκτείνει τις εργοστασιακές μεθόδους έξω από το εργοστάσιο, προσαρμόζοντάς τις με διαφορετικό τρόπο στο κάθε κοινωνικό πεδίο, αλλά πάντα με την ίδια σκοπιμότητα: την πειθάρχηση του προλεταριάτου. Υπό το καθεστώς του κεϋνσιανικού κράτους, η καπιταλιστική μηχανική προχωράει στην αναδόμηση των σχολείων, των νοσοκομείων, των δρόμων… μετατρέποντάς τα σε εργοστάσια μαζικής παραγωγής εκπαίδευσης (ή μαζικής άγνοιας), υγείας (ή μαζικής αρρώστιας), κυκλοφορίας (ή εγκλεισμού για όλους εκτός των εμπορευμάτων)…
Αν από μια πολιτική άποψη, το σύμπλεγμα κεϋνσιανισμού / φορντισμού σηματοδοτεί την κοινωνικοποίηση του εργοστασίου, από μια “τεχνολογική” σηματοδοτεί την μηχανοποίηση της κοινωνίας. Η μαζική παραγωγή εμπορευμάτων από τις μεγάλες βιομηχανίες, έφερε σαν αναγκαστική συμπληρωματική συνθήκη την μαζική κατανάλωση, με τις μηχανές να παίζουν το ρόλο του ενδιάμεσου ρυθμιστικού παράγοντα ανάμεσα στις δύο όψεις μιας ενιαίας κοινωνικής ρύθμισης. Η κυριαρχία της κεφαλαιακής σχέσης που στην πρώιμη καπιταλιστική ιστορία περνούσε από τον διαχωρισμό και την αποξένωση των άμεσων παραγωγών από το προϊόν της παραγωγής τους, περνάει με το κεϋνσιανικό / φορντικό κοινωνικό υπόδειγμα στην εκτρωματική επανασύνδεσή τους για το συμφέρον των αφεντικών. Το προϊόν έχει ξεπέσει σε εμπόρευμα, οι παραγωγοί σε απομονωμένους εργάτες, αποκομμένους απ’ ό,τι η εργασία τους παράγει, και σαν τέτοιοι μπορούν να βρουν την χαμένη ενότητα μόνο στην κατανάλωση σύμφωνα με τις καπιταλιστικές προσταγές.
Τις δεκαετίες που ακολούθησαν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η μηχανή αποθεώθηκε και η τεχνολογική εξέλιξη έγινε ο μαγικός δρόμος της προόδου. Η πιο ευτελής αποτύπωση αυτής της φενάκης μπορεί να βρεθεί στα όνειρα των μικροαστών που αρχίζουν τότε να φουσκώνουν: η κοινωνική αναγνώριση συνοψίζεται σε μια πλήρη γκάμα λευκών οικιακών μηχανών μέσα στο σπίτι, μια αυτοκινούμενη μηχανή έξω απ’ το σπίτι και μια μηχανή εκπομπής εικόνων για σύνδεση με τον υπόλοιπο κόσμο.

*

Τίποτα δεν έχει διαφθείρει την γερμανική εργατική τάξη σε τόσο μεγάλο βαθμό, όσο η άποψη πως αυτή πλέει με το ρεύμα. Αντιμετώπισε τις τεχνικές εξελίξεις ως την κοίτη του ρεύματος, μέσα στο οποίο θεωρήθηκε ότι κολυμπούσε. Από κει ήταν μόλις ένα βήμα η αυταπάτη πως η εργασία στο εργοστάσιο, που υποτίθεται ότι έτεινε να εξελίσσεται τεχνολογικά, αντιπροσωπεύει ένα πολιτικό κατόρθωμα.
Walter Benjamin. Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας. ]

Ενάντια στην αναδιάρθρωση των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα και την επιβολή ενός νέου τεχνο-λογικού υποδείγματος, το οργανωμένο εργατικό κίνημα (σφιγμένο στην τανάλια της απάτης “ενός καλύτερου κόσμου” από την μια και του σταλινισμού από την άλλη) στάθηκε χωρίς δυνάμεις όταν χρειάστηκε να απαντήσει. Αντί η τεχνολογία και η οργάνωση της παραγωγής γύρω από τις μηχανές να αντιμετωπιστούν σαν μια οργανωμένη επίθεση των αφεντικών, αντιμετωπίστηκαν με τον αντίθετο τρόπο και η αποτίμησή τους ήταν θετική σαν ουδέτερες δυνάμεις που χρειάζεται μόνο να τεθούν κάτω απ’ τη “σωστή” διεύθυνση. Ακόμη χειρότερα, έφτασαν οι τεχνολογικές αλλαγές στην παραγωγή να θεωρούνται το όχημα που θα οδηγήσει αναπόδραστα στην ρήξη με τις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις και την επανάσταση. Αυτή η αντεστραμμένη κριτική στην τεχνολογία ήταν μια από τις σημαντικότερες αιτίες που έσυραν το προλεταριάτο σε αμυντικές θέσεις. Σύμφωνα μ’ αυτή την αντιστροφή, μπροστά στις νέες αλλαγές που ήδη εξελίσσονταν το προλεταριάτο δεν έπρεπε να οξύνει τα όπλα της κριτικής του και της ανταγωνιστικής του δράσης, αλλά να παραμερίσει (ξανά) και να προσαρμοστεί στις “νέες συνθήκες”. Μ’ αυτό τον τρόπο, ήταν το ίδιο το κίνημα της εργατικής τάξης, με εξαίρεση κάποιες μειοψηφίες, που έδωσε στα αφεντικά και το κράτος την απαραίτητη κοινωνική νομιμοποίηση που επιζητούσαν και ήταν το ίδιο το κίνημα που παραχώρησε έδαφος ώστε να περάσει η αναδιάρθρωση.

*

Κλείνοντας, χρειάζεται να κάνουμε μια κρίσιμη επισήμανση. Αντιμετωπίζουμε τον τεϊλορισμό / φορντισμό / κεϋνσιανισμό σαν ένα πλέγμα πολιτικών που εφαρμόστηκαν από τα αφεντικά στο πεδίο του ταξικού ανταγωνισμού και όχι σαν ολοκληρωμένες και στέρεες δομές που επαναλήφθηκαν (ή φυτεύτηκαν αυτόματα) με ένα πανομοιότυπο τρόπο εδώ κι εκεί. Η ουσία τους είναι περισσότερο μια κοινή καπιταλιστική “λογική” που χαρακτηρίζει μια ευρεία γκάμα διαφορετικών πρακτικών που και η εφαρμογή τους ακόμη δεν ήταν υπάκουη σε μια δεδομένη και ταυτόσημη μανιέρα πολιτικών χειρισμών. Στην ιστορία δεν υπάρχει κανένα “καθαρόαιμο” φορντικό κράτος, ούτε αντίστοιχο κεϋνσιανικό μοντέλο. Πιθανά να είναι δύσκολο να εντοπίσουμε “καθαρές” φορντικές συνθήκες ακόμη και σ’ ένα εργοστάσιο του Ford στη δεκαετία του 1920. Ο λόγος γιαυτό το πολιτικό “παράδοξο” είναι απλός. Το πεδίο όπου δοκιμάζονται και ασκούνται οι πολιτικές είναι κατ’ εξοχήν αυτό του πολέμου ανάμεσα στα αφεντικά και το προλεταριάτο. Που σημαίνει ότι η εφαρμογή τους είναι άμεση συνάρτηση της δυναμικής και των περιεχομένων της ταξικής σύγκρουσης. Εξάλλου, το έχουμε ήδη αναφέρει: η τεχνολογία και η χρήση των μηχανών είναι πάνω απ’ όλα σχέσεις ελέγχου και σαν τέτοιες είναι κάτω από την αρνητική δράση του προλεταριάτου.

Η εποχή των αιθέριων μηχανών και των μηχανικών σωμάτων

Τον 13ο αιώνα, μια μελέτη γραμμένη πέντε αιώνες πριν από τον Μοχάμεντ Ιμπν Μουζά Αμπού Τζιφάρ Αλ-Κβαριζμί, μεταφράστηκε στα λατινικά. Άρχιζε με την φράση “Algoritmi dixit…” (“Ο αλγόριθμος λέει…”) και ήταν η πρώτη πραγματεία άλγεβρας (όρος που προέρχεται από το αραβικό “Al-Jabr” που σημαίνει “αποκατάσταση”). Σύμφωνα με τα μαθηματικά, ως αλγόριθμος μπορεί να οριστεί ένα πλήρες σύνολο κανόνων που επιτρέπει την επίλυση ενός δεδομένου προβλήματος. Ένα τέτοιο σύνολο θα πρέπει να διακρίνεται από τις εξής προϋποθέσεις προκειμένου να θεωρείται αλγόριθμος:
– Να αποτελείται από ένα πεπερασμένο αριθμό απλών και με ακρίβεια διατυπωμένων οδηγιών που περιγράφονται με ένα πεπερασμένο σύνολο συμβόλων.
– Να καταλήγει σε αποτέλεσμα μέσα σε πεπερασμένο αριθμό βημάτων.
– Να μπορεί, γενικά, να εκτελεστεί από έναν άνθρωπο χωρίς τη χρήση ειδικών εργαλείων.
– Η εκτέλεση να μην απαιτεί την διάνοια του ανθρώπου, εκτός από αυτή που χρειάζεται η κατανόηση και εφαρμογή των οδηγιών.
Εφτά αιώνες αργότερα, το 1936, ο Alan Turing έδωσε στη δημοσιότητα ένα μαθηματικό κείμενο με τον τίτλο “Πάνω στους υπολογίσιμους αριθμούς, με μια εφαρμογή στο πρόβλημα της αποφασισιμότητας”. Στο κείμενο αυτό ο Turing περιγράφει μια υποθετική μηχανή (τη “μηχανή Turing”) που αποτελείται, απλά, από μια ατέρμονη χάρτινη ταινία και μια κεφαλή που μπορεί να διαβάσει, να γράψει ή να σβήσει ένα σύμβολο, να μετακινήσει την ταινία αριστερά ή δεξιά, να σημειώσει ένα από τα τετράγωνα της ταινίας και να σταματήσει. Το πρώτο που έδειξε ο Turing είναι ότι μια τέτοια μηχανή είναι ικανή να επιλύσει όλα τα προβλήματα που μπορούν να διατυπωθούν ως αλγόριθμοι. Το δεύτερο είναι ότι η μηχανή αυτή μπορεί να προσομοιώσει κάθε άλλη μηχανή. Σύμφωνα με τον ίδιο: Μπορεί να δειχτεί ότι μία μοναδική ειδική μηχανή μπορεί να κατασκευαστεί ώστε να εκτελεί την εργασία όλων. Στην πραγματικότητα, μπορεί να κατασκευαστεί ώστε να εργάζεται ως μοντέλο για οποιαδήποτε άλλη μηχανή. Αυτή η ειδική μηχανή μπορεί να ονομαστεί “καθολική μηχανή”.
Η έρευνα του Turing, δηλαδή η θεωρητική προσέγγιση του τι σημαίνει γενικά η εκτέλεση μιας οδηγίας, σηματοδότησε την αυγή μιας νέας θεωρίας για τις μηχανές και, σαν τέτοιας, μιας νέας τεχνικής διαχείρισης της εργασίας. Πράγματι, ακολουθώντας το νήμα από κει που το άφησε αυτοκτονώντας στα 1954 ο βρετανός μαθηματικός, οι συνεχιστές του τεχνολόγοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο εργάτης είναι μια μηχανή Turing. Προσδιορίστηκαν έτσι -καταρχήν- οι λογικές προϋποθέσεις (για την ακρίβεια, η επιστήμη “κατασκεύασε την λογική” που τα αφεντικά είχαν ανάγκη), ώστε σήμερα το “σώμα-μηχανή” να αποκτάει πλέον μια επικίνδυνη υλικότητα.
Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, διάφορες πιθανές εφαρμογές των θεωρητικών αναζητήσεων σχετικά με την μηχανή αναπτύχθηκαν στο ευνοϊκό περιβάλλον των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων, υπό την προστασία των αφεντικών και μακριά από τις εντάσεις των κοινωνικών συγκρούσεων. Χρειάστηκε πρώτα η αποσάθρωση του φορντικού / κεϋνσιανικού μοντέλου και η προωθημένη διασταύρωση της νέας τεχνο-λογικής με την νέα βιο-λογική, η λογιστική της σύνθεσης μηχανής και σώματος που αναφέραμε, ώστε η πληροφορική (ο τεχνολογικός χειρισμός της γνώσης) και η γενετική (ο τεχνολογικός χειρισμός του σώματος) να αποτελέσουν την αιχμή της νέας τεχνικής “βιο-πληροφοριακής” αναδιάρθρωσης που επιχειρούν τα αφεντικά.

*

Οι συνθήκες που έφεραν στο προσκήνιο τις νέες τεχνολογίες και υποχρέωσαν τα αφεντικά να επενδύσουν πάνω τους τη δυναμική της αναδιάρθρωσης ήταν η κρίση που ξέσπασε τη δεκαετία ’60-’70. Ο καταλύτης που πυροδότησε την έκρηξη ήταν η γενικευμένη ανταρσία ενάντια στην ταξική ειρήνη που βασίλευε στο μεταπολεμικό φορντικό / κεϋνσιανικό καθεστώς. Μετά από δεκαετίες υποταγής στα νοήματα και τις προσταγές του βιομηχανικού καπιταλισμού, το προλεταριάτο εξεγέρθηκε ενάντια στις νόρμες της εντατικής και χωρίς νόημα εργασίας που επέβαλλε το σύστημα της μαζικής παραγωγής / κατανάλωσης και την γενικευμένη συναίνεση που επέβαλλε το κράτος. Κι ακριβώς επειδή αυτό το σύστημα των μεσολαβήσεων δεν είχε περιοριστεί μόνο στον χώρο της παραγωγής, αλλά είχε επεκταθεί σ’ όλη την έκταση του κοινωνικού πεδίου, οι προλεταριακές αρνήσεις διαστάλθηκαν εξίσου, εισβάλλοντας παντού όπου πριν κυριαρχούσε ο συμβιβασμός. Τα εργοστάσια, τα σχολεία, τα ψυχιατρεία, οι φυλακές, ο στρατός, η οικογένεια, η τέχνη… έγιναν το περιβάλλον της νέας άνοιξης των κινημάτων. Μέσα απ’ τις γενικευμένες αρνήσεις του ’60 το προλεταριάτο ξεδίπλωσε όλες τις διαστάσεις του πληθωρικού σύμπαντος του, όχι απλά και μόνο σαν “υποκείμενο που λεηλατείται η εργασία του”, αλλά σαν θανάσιμος εχθρός της κυριαρχίας των αφεντικών σε όλες τις χωροχρονικές διαστάσεις του καπιταλιστικού κόσμου. Τα νέα υποκείμενα των αγώνων χειραφέτησης (που μετέφεραν την αντιπαράθεση στα ζητήματα του φύλου και της φυλής, αλλά και σε ευρύτερα ζητήματα της κοινωνικής αναπαραγωγής) απέδειξαν με τον πιο διαυγή τρόπο τον καθολικό χαρακτήρα της διαλεκτικής του ταξικού πολέμου.

Ανάμεσα στ’ άλλα αυτή η γκάμα αρνήσεων και ταξικού πολέμου έφερε στην επιφάνεια ένα πρόβλημα που τα αφεντικά θεωρούσαν ότι είχαν λύσει οριστικά στις αρχές του 20ου αιώνα: το πρόβλημα του ποιος κατέχει την γνώση που είναι παραγωγική, και του πως την χρησιμοποιεί. Πρέπει να το θυμίσουμε: στον καπιταλισμό, περισσότερο ακόμη κι από άλλα κοινωνικά συστήματα που προηγήθηκαν, η γνώση είναι εξουσία. Η “επιστημονική οργάνωση της εργασίας”, η μεγαλοφυής υπεξαίρεση των αναγκαίων για την παραγωγή (εργασία) γνώσεων που είχε πετύχει ο Τέιλορ στις αρχές του 20ου αιώνα, είχε φάει τα ψωμιά της. […] Απ’ τη δεκαετία του ’60 δεκάδες κι εκατοντάδες χιλιάδες εργατών κι εργατριών […] εμφανίστηκαν απροειδοποίητα σαν εξεγερμένοι κάτοχοι όχι “ειδικών γνώσεων σχετικών με την εργασία”, αλλά γενικών και καθολικών γνώσεων άρνησής της. Ικανοί μ’ άλλα λόγια να μπλοκάρουν τα εργοστάσια, να καταργήσουν τα συνδικάτα, να απειλήσουν τους γενικότερους πολιτικούς συμβιβασμούς που είχαν μορφοποιηθεί σαν κράτος / σχέδιο. Ήταν η εργατική αντιεξουσία / γνώση που είχε εμφανιστεί σαν δυναμική απειλή στο προσκήνιο της ιστορίας.
[ Μητροπολιτικά συμβούλια, εισήγηση στην ανοιχτή συνέλευση Σώματα την εποχή της βιοπληροφορικής, Αθήνα, 11/6/2003. ]

Η εργατική αντιεξουσία / γνώση – ή αλλιώς, η αντι-γνώση που γέννησε (και γεννήθηκε από) την καθολική αρνητικότητα του προλεταριάτου. Ενάντια σ’ αυτήν την αντι-γνώση, η απάντηση των αφεντικών δεν μπορούσε παρά να είναι εξίσου καθολική. Οι φορντικές / κεϋνσιανικές πολιτικές είχαν φτάσει στα όριά τους και αδυνατούσαν μ’ ένα συνολικό τρόπο να περιορίσουν και να ελέγξουν τις ριζικά πρωτότυπες εκφάνσεις του ταξικού ανταγωνισμού· έχοντας διδαχτεί από αυτό, τα αφεντικά βρίσκονται σε φάση αναθεώρησης των τεχνικών ελέγχου και πειθάρχησης και εντατικής αναζήτησης (και κατασκευής) του νέου κοινωνικού υποδείγματος που να αντιστοιχεί σε αυτές.
Στην φιλολογία των μοντέρνων καιρών επικρατεί ήδη ένας κατακλυσμός καινοτομιών που αιωρούμενες στην κορυφή της επιστήμης ετοιμάζονται να κάνουν “το άλμα στο μέλλον”. Επεξεργαστές πέμπτης γενιάς, δίκτυα υψηλής ταχύτητας, χαρτογράφηση του dna, έμβρυα κατά παραγγελία, μεταμοσχεύσεις κι εμφυτεύσεις, οργανικοί υπολογιστές, απομόνωση γονιδίων, κυβερνο-οργανισμοί, ρομπότ, έξυπνα όπλα… η παρέλαση της μοντερνικότητας κάτω απ’ τις σημαίες της πληροφορικής και της βιοτεχνολογίας είναι αποκαλυπτική της αλαζονείας που επιδεικνύουν οι κυρίαρχοι όταν αρχίσουν να αντιλαμβάνονται ότι καινούργια όπλα κρατάνε τα χέρια τους. Πίσω απ’ αυτή την φαντασμαγορία της μηχανοποίησης, ένας αμείλικτος πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη και τα πεδία διεξαγωγής του είναι η γνώση και το σώμα.
Η επαναστατική κριτική είχε έγκαιρα διαγνώσει την σημασία και την έκταση της λεηλασία της προλεταριακής γνώσης και την διαδικασία ενσωμάτωσης της στις μηχανές. Την μετατροπή της δηλαδή σε νεκρή γνώση, χρήσιμης μόνο για την εμπορευματική παραγωγή. Σήμερα η πληροφοριοποίηση είναι ακριβώς η τεχνική διαχείρισης αυτής της συσσωρευμένης νεκρής γνώσης. Είναι η ολοκληρωμένη διαδικασία του γνωστικού ακρωτηριασμού των υποκειμένων και ο εγκλωβισμός της εμπειρίας στις βάσεις δεδομένων, που κατασκευάζονται ως τα θησαυροφυλάκια του πλούτου των γνώσεων που έχουν υπεξαιρέσει τα αφεντικά. Και περισσότερο από αυτό, η πληροφοριοποίηση συνιστά την ιδιαίτερη τεχνο-λογική που οι πληροφορίες, απελευθερωμένες από περιεχόμενα, σχηματίζουν μεταξύ τους επικοινωνιακούς κώδικες και επικοινωνούν με τα υποκείμενα, που μέσα σ’ αυτή τη σχέση το μόνο που τους επιτρέπεται είναι η συλλογή εμπειριών που τους είναι ριζικά ξένες και τέτοιες παραμένουν πεισματικά. Μ’ αυτή την οπτική, η “πληροφοριακή επανάσταση” είναι πράγματι επανάσταση, μόνο που είναι της κυριαρχίας. Η τάξη των αφεντών όχι μόνο λεηλατεί την ζωντανή γνώση, αλλά επιπλέον την επιστρέφει απολιθωμένη στα υποκείμενα που την γέννησαν και σαν τέτοια γνώση έχει πλέον στραφεί ενάντια στους δημιουργούς της.
Αν η γνώση καταλαμβάνει το ένα μέρος της θεμελιακής αναθεώρησης του τρόπου να κατανοούμε τον και να υπάρχουμε στον κόσμο, το σώμα συμπληρώνει το υπόλοιπο. Την προηγούμενη εποχή ήταν το εργοστάσιο που “ανοίχτηκε” στην κοινωνία, συνθέτοντας μ’ έναν ενιαίο τρόπο τις καπιταλιστικές προσταγές μέσα κι έξω απ’ την παραγωγή. Με την βιοπληροφορική, το εργοστάσιο επιστρέφει στο σημείο εκκίνησής του, δηλαδή τον εξατομικευμένο εργάτη – παραγωγό, ανακατασκευάζοντας το σώμα του. Για την ακρίβεια, χτίζοντάς το απ’ την αρχή, κύτταρο το κύτταρο, σαν ένα αυτο-αναπαραγόμενο εργοστάσιο, που υπόκειται στην ίδια διαλεκτική της επιτήρησης, της μέτρησης και του ελέγχου (αλλά και της “επιδιόρθωσης” αν χρειαστεί), όπως κάθε άλλη μηχανή. Επιπλέον, αυτή η σύνθεση “ανωτέρου επιπέδου” της μηχανολογίας με την βιολογία, επιβάλλει στο ίδιο το σώμα τους αυστηρούς νόμους της απόδοσης και της πειθαρχίας που ισχύουν στην υπόλοιπη καπιταλιστική παραγωγή. Η σκοπιμότητα πίσω απ’ αυτό είναι να γίνουν τα υποκείμενα υπόχρεα να “λειτουργούν” και να “συντηρούν” ένα σώμα που δεν τους ανήκει, αλλά τους έχει “παραχωρηθεί” ως παραγωγικό κεφάλαιο. (Η δίωξη του καπνίσματος που έχει γίνει της μόδας σε όλο τον καλό κόσμο είναι η χυδαία και γκροτέσκα έκφραση αυτής ακριβώς της σκοπιμότητας: η φθορά ξένης περιουσίας τιμωρείται).

*

Οι νέες τεχνολογίες -όντας τεχνολογίες που αναπτύσσονται μέσα στη κρίση- είναι και οι ίδιες σε κρίση και ταυτόχρονα είναι παράγοντες όξυνσης της κρίσης. Από την μία γίνονται εργαλεία αποδόμησης του προηγούμενου μοντέλου, επιταχύνοντας την καταστροφή του και τη κατασκευή ενός “καθαρού” πεδίου ώστε να αναπτυχθούν πλήρως. Από την άλλη, ταυτόχρονα, βρίσκουν εμπόδια να αναπτυχθούν “ασφυκτιώντας” μέσα σε κοινωνικές σχέσεις που αντιστοιχούν ακόμη σε ένα παλιότερο μοντέλο οργάνωσης. Η διάχυτη αίσθηση, που διακατέχει ακόμη και τα αφεντικά, της “αφηνιασμένης” τεχνολογίας που τρέχει σε μια δική της κούρσα, εγκαταλείποντας πίσω της όλο και περισσότερους “λειτουργικά αναλφάβητους και τεχνολογικά πρωτόγονους”, είναι σύμπτωμα ακριβώς αυτής της συνθήκης. Του χάσματος, δηλαδή, που χωρίζει την τεχνική από τις κοινωνικές σχέσεις. Ένα χάσμα που δεν θα καλυφθεί με την χαλιναγώγηση των νέων τεχνολογιών, αλλά την (βίαιη αν χρειαστεί) ανατροπή του υφιστάμενου πλέγματος σχέσεων. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η νέα τεχνο-λογική δεν έχει ακόμη πατήσει στέρεα στα μυαλά με την επιβολή του δικού της τρόπου θέασης του κόσμου, σε αντίθεση με το προηγούμενο μοντέλο που είχε την δύναμη να καθορίζει ακόμη και την εργασιακή και καταναλωτική ηθική που του αντιστοιχούσε. Αλλά, όπως ακριβώς στο παρελθόν, έτσι και τώρα τα αφεντικά δεν μπορούν παρά να διαχειριστούν το καινούργιο “χάσμα” με τέτοιο τρόπο ώστε η τεχνολογική αναδιάρθρωση να ολοκληρωθεί με το κατάλληλο “βιο-πληροφοριακό” κοινωνικό υπόδειγμα. Η καταστροφή της γνώσης μέσω της μετατροπής της σε πληροφορία, η αλγοριθμική ανασύνθεση της εργασιακής διαδικασίας, η ανακατασκευή του σώματος, είναι ακριβώς αυτές οι διαδικασίες σύνθεσης που στο όνομα των αφεντικών δοκιμάζουν να κατευθύνουν την ανθρωπότητα στη συνάντηση με το μέλλον της.

*

Στο επίκεντρο της νέας τεχνολογικής αναδιάρθρωσης (το επαναλαμβάνουμε) δεν βρίσκεται απλά η “εισαγωγή νέων μηχανών”. Η τεχνική επανάσταση των αφεντικών έχει μία μοναδική σκοπιμότητα: να επιβάλλει την πειθαρχία και να επιβεβαιώσει την κυριαρχία τους πάνω στους ταξικούς τους αντιπάλους, τροποποιώντας σχέσεις και περιεχόμενα. Η επινόηση του Turing δείχνει ακριβώς αυτό: η νοητή λογική μηχανή του είναι στην πραγματικότητα μια μηχανή παραγωγής νοημάτων ενσωματωμένη στην λογική. Αγνοούμε αν το μέλλον που προδιαγράφει η επόμενη γενιά των υπολογιστών και η παρέμβαση στο dna ανήκει στους cyborgs ή σ’ οποιοδήποτε άλλο υβρίδιο ανθρώπου και μηχανής, όπως εξάλλου το αγνοούν κι όσοι ήδη προκαταλαμβάνουν τις εξελίξεις μεταφέροντάς τις έξω από το πεδίο του ταξικού ανταγωνισμού. Αλλά αν έτσι πρόκειται να συμβεί, αν οι νέες τεχνολογίες επιδεικνύουν ήδη με σαφήνεια την δυναμική τους, γνωρίζουμε ήδη καλά πως θα έχουμε να κάνουμε με μια νέα εκρηκτική διαστολή της καπιταλιστικής σχιζοφρένειας. Που σημαίνει ότι η κατασκευή των “υβριδικών καταστάσεων” θα πρέπει έγκαιρα να αναμετρηθεί με την άγρια προλεταριακή κριτική.

~*~

Το «ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ» περιλαμβάνεται στο 2ο τεύχος του System Failure Acceleration – έκδοση των εργατών του αρνητικού για τον προλεταριακό ανταγωνισμό, Μάρτης 2005.

σορτ λινκ http://wp.me/p2MIbK-1R

Advertisements

One thought on “ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ Βιομηχανική επανάσταση – φορντισμός – υπερτεχνολογικοποιημένος καπιταλισμός

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s